Πορείες διαμαρτυρίας στο Ιράν εν μέσω πολιορκίας από εσωτερικούς και εξωτερικούς εχθρούς

:

Αναφορά για την πρόσφατη μαζική εξέγερση

Categories:

Η ακόλουθη ανάλυση είναι συνεισφορά της Roja, μιας ανεξάρτητης, αριστερής, φεμινιστικής συλλογικότητας με έδρα το Παρίσι. Η Roja γεννήθηκε μετά τη γυναικοκτονία της Τζίνα (Μάχσα) Αμινί, παράλληλα με την απαρχή της εξέγερσης «Γυναίκα, Ζωή, Ελευθερία» τον Σεπτέμβριο του 2022. Η συλλογικότητα αποτελείται από πολιτικές/ούς ακτιβίστριες/ές διαφορετικών εθνικοτήτων και πολιτικών γεωγραφιών εντός του Ιράν, μεταξύ άλλων Κούρδισσες, Χαζάρες, Πέρσες και άλλες. Οι δραστηριότητες της Roja δεν συνδέονται μόνο με τα κοινωνικά κινήματα στο Ιράν και τη Μέση Ανατολή, αλλά και με τοπικούς αγώνες στο Παρίσι, σε συντονισμό με διεθνιστικούς αγώνες, συμπεριλαμβανομένης της αλληλεγγύης στην Παλαιστίνη. Το όνομα «Roja» εμπνέεται από τη συνήχηση διαφόρων λέξεων σε διαφορετικές γλώσσες: στα ισπανικά, roja σημαίνει «κόκκινη»· στα κουρδικά, roj σημαίνει «φως» και «ημέρα»· στα μαζανταρανί, roja σημαίνει «αυγερινός» ή «Αφροδίτη», που θεωρείται το λαμπρότερο ουράνιο σώμα της νύχτας.

Ενημέρωση 9ης Ιανουαρίου

Η παρούσα πολιτική παρέμβαση γράφτηκε από τη Roja στις 4 Ιανουαρίου 2026, την έκτη ημέρα των πανεθνικών διαδηλώσεων στο Ιράν. Έκτοτε έχουν μεσολαβήσει πολλά — κυρίως η άνευ προηγουμένου ιστορικά νύχτα της 8ης Ιανουαρίου, της δωδέκατης ημέρας της εξέγερσης. Η ημέρα ξεκίνησε με γενική απεργία των καταστηματαρχών και του εμπορικού τομέα, ιδίως στο Κουρδιστάν, κατόπιν καλέσματος κουρδικών κομμάτων. Το κλείσιμο των καταστημάτων συνέκλινε με κινητοποιήσεις στους δρόμους και στα πανεπιστήμια σε ολόκληρη τη χώρα. Οι συγκρούσεις με τις δυνάμεις ασφαλείας εξαπλώθηκαν σε δεκάδες πόλεις, από την πρωτεύουσα έως τις παραμεθόριες επαρχίες˙ μια έκθεση οργανισμού παρακολούθησης ανθρωπίνων δικαιωμάτων κατέγραψε εκείνη την ημέρα δράσεις διαμαρτυρίας σε τουλάχιστον 46 πόλεις, σε 21 επαρχίες. Μέχρι να πέσει η νύχτα, το υλικό που κυκλοφορούσε έδειχνε πλήθη σε εξαιρετικά συγκλονιστική κλίμακα, την οποία η συνήθης αστυνόμευση δεν μπορούσε να συγκρατήσει: εκατομμύρια άνθρωποι κατέλαβαν τους δρόμους και, σε πολλά σημεία, ανάγκασαν τις δυνάμεις ασφαλείας σε υποχώρηση — μια ατμόσφαιρα που, για πολλούς, έφερε στη μνήμη τους μήνες που προηγήθηκαν της επανάστασης του 1979. Το βράδυ της 8ης Ιανουαρίου, καθώς ο κατασταλτικός μηχανισμός της Ισλαμικής Δημοκρατίας κλονιζόταν και οι δρόμοι ξέφευγαν από τον έλεγχό της, επιβλήθηκε σχεδόν καθολικό μπλακάουτ στο διαδίκτυο. Η διακοπή συνεχίζεται τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, ως απόπειρα να κοπούν τα δίκτυα συντονισμού και να προληφθεί η τεκμηρίωση των δολοφονιών.

Ταυτόχρονα, ο Ντόναλντ Τραμπ επανέλαβε τις απειλές για αντίποινα σε περίπτωση που η Ισλαμική Δημοκρατία κλιμακώσει τις δολοφονίες, ενώ παράλληλα —αν και μόνο εν μέρει— πήρε αποστάσεις από τον Ρεζά Παχλαβί, δηλώνοντας ότι δεν είναι βέβαιος αν μια συνάντηση θα ήταν σκόπιμη και ότι «θα πρέπει να αφήσουμε τους πάντες να βγουν στο προσκήνιο και να δούμε ποιος θα αναδυθεί». Η εμμονή με τον «γιο του Σάχη» συσκοτίζει μια άλλη τάση, εξίσου υπαρκτή, στην οποία εστιάζουμε σε αυτό το κείμενο: το ενδεχόμενο μιας ελεγχόμενης μετάβασης μέσω εσωτερικής αναδιάρθρωσης —μιας αλλαγής χωρίς ρήξη— κατά τα πρότυπα όσων εκτυλίχθηκαν πρόσφατα στη Βενεζουέλα.


Πορείες διαμαρτυρίας στο Ιράν εν μέσω πολιορκίας από εσωτερικούς και εξωτερικούς εχθρούς

Η Πέμπτη Εξέγερση από το 2017

Από τις 28 Δεκεμβρίου 2025, το Ιράν φλέγεται ξανά από τον πυρετό εκτεταμένων διαδηλώσεων. Συνθήματα όπως «Θάνατος στον δικτάτορα» και «Θάνατος στον Χαμενεΐ» αντήχησαν στους δρόμους σε τουλάχιστον 222 σημεία, σε 78 πόλεις και 26 επαρχίες. Οι διαμαρτυρίες δεν στρέφονται μόνο ενάντια στη φτώχεια, την εκτόξευση των τιμών, τον πληθωρισμό και την απώλεια περιουσίας, αλλά ενάντια σε ένα ολόκληρο πολιτικό σύστημα, σαπισμένο μέχρι το μεδούλι. Η ζωή έχει καταστεί αβίωτη για την πλειονότητα —ιδίως για την εργατική τάξη, τις γυναίκες, τα κουίρ άτομα και τις μη περσικές εθνοτικές μειονότητες. Αυτό οφείλεται όχι μόνο στην ελεύθερη πτώση του ιρανικού νομίσματος ως συνέπεια του Πολέμου των Δώδεκα Ημερών, αλλά και στην κατάρρευση βασικών κοινωνικών υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένων των επαναλαμβανόμενων διακοπών ρεύματος˙ στην όξυνση της περιβαλλοντικής κρίσης (ατμοσφαιρική ρύπανση, ξηρασία, αποψίλωση των δασών και κακοδιαχείριση των υδάτινων πόρων)˙ καθώς και στις μαζικές εκτελέσεις (τουλάχιστον 2.063 άνθρωποι το 2025) —όλα αυτά μαζί έχουν επιδεινώσει δραματικά τις συνθήκες διαβίωσης.

Η κρίση κοινωνικής αναπαραγωγής αποτελεί το επίκεντρο των σημερινών διαδηλώσεων και ο τελικός τους ορίζοντας είναι η επαναδιεκδίκηση της ζωής.

Αυτή η εξέγερση αποτελεί το πέμπτο κύμα σε μια αλυσίδα διαμαρτυριών που ξεκίνησε τον Δεκέμβριο του 2017 με την εξέγερση που έγινε γνωστή ως «Εξέγερση του Ψωμιού». Ακολούθησε η αιματηρή εξέγερση του Νοεμβρίου 2019, μια έκρηξη λαϊκής οργής ενάντια στην αύξηση της τιμής των καυσίμων και την αδικία. Η εξέγερση του 2021 έμεινε γνωστή ως η «εξέγερση των διψασμένων», η οποία ξεκίνησε και καθοδηγήθηκε από αραβικές εθνοτικές μειονότητες. Αυτό το κύμα κορυφώθηκε με την εξέγερση «Γυναίκα, Ζωή, Ελευθερία» το 2022, η οποία έφερε στο προσκήνιο τους αγώνες για τη γυναικεία απελευθέρωση και τους αντιαποικιακούς αγώνες καταπιεσμένων εθνοτήτων όπως οι Κούρδοι και οι Μπαλούχοι, ανοίγοντας νέους ορίζοντες. Η σημερινή εξέγερση επαναφέρει στο κέντρο την κρίση κοινωνικής αναπαραγωγής —αυτή τη φορά σε ένα πιο ριζοσπαστικό, μεταπολεμικό έδαφος. Πρόκειται για διαμαρτυρίες που ξεκινούν από αιτήματα βιοπορισμού, αλλά με εντυπωσιακή ταχύτητα στρέφονται ενάντια στις δομές εξουσίας και στη διεφθαρμένη κυβερνώσα ολιγαρχία.

II. Μια Εξέγερση Πολιορκημένη από Εξωτερικές και Εσωτερικές Απειλές

Οι συνεχιζόμενες διαδηλώσεις στο Ιράν πολιορκούνται από παντού, τόσο από εξωτερικές όσο και από εσωτερικές απειλές. Μόλις μία ημέρα πριν από την ιμπεριαλιστική επίθεση των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα, ο Ντόναλντ Τραμπ, ντυμένος με τη γλώσσα της «στήριξης των διαδηλωτών», εξέδωσε μια προειδοποίηση: αν η ιρανική κυβέρνηση «σκοτώσει ειρηνικούς διαδηλωτές, όπως συνηθίζει, οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής θα σπεύσουν να τους σώσουν. Είμαστε οπλισμένοι και έτοιμοι να δράσουμε». Πρόκειται για το παλαιότερο σενάριο του ιμπεριαλισμού, που χρησιμοποιεί τη ρητορική της «διάσωσης ζωών» για να νομιμοποιήσει τον πόλεμο —είτε στο Ιράκ είτε στη Λιβύη. Οι ΗΠΑ εξακολουθούν να ακολουθούν αυτό το σενάριο και σήμερα: μόνο το 2025 εξαπέλυσαν άμεσες στρατιωτικές επιθέσεις εναντίον επτά χωρών.

Η γενοκτονική ισραηλινή κυβέρνηση, αφού προηγουμένως εξαπέλυσε τη δωδεκαήμερη επίθεσή της κατά του Ιράν υπό το όνομα «Γυναίκα, Ζωή, Ελευθερία», γράφει τώρα στα περσικά στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης: «Διαδηλωτές, στεκόμαστε στο πλευρό σας». Οι μοναρχικοί, ως τοπικός βραχίονας του σιωνισμού, οι οποίοι φέρουν το στίγμα και την ντροπή της στήριξης του Ισραήλ κατά τον Πόλεμο των Δώδεκα Ημερών, επιχειρούν πλέον να παρουσιαστούν στους δυτικούς αφέντες τους ως η μοναδική εναλλακτική λύση. Το κάνουν αυτό μέσω της επιλεκτικής αναπαράστασης και της χειραγώγησης της πραγματικότητας, εξαπολύοντας μια κυβερνοεκστρατεία ώστε να ιδιοποιηθούν τις διαδηλώσεις, κατασκευάζοντας, διαστρεβλώνοντας και αλλοιώνοντας τον ήχο των συνθημάτων στον δρόμο προς όφελος της μοναρχίας. Αυτό αποκαλύπτει τη δολιότητά τους, τις μονοπωλιακές τους φιλοδοξίες, τη μιντιακή τους ισχύ και, κυρίως, την αδυναμία τους στο εσωτερικό της χώρας, καθώς στερούνται υλικής δύναμης στο Ιράν. Με το σύνθημα «Make Iran Great Again», αυτή η ομάδα χαιρέτισε την ιμπεριαλιστική επιχείρηση του Τραμπ στη Βενεζουέλα και πλέον αναμένει την απαγωγή των ηγετών της Ισλαμικής Δημοκρατίας από Αμερικανούς και Ισραηλινούς εκτελεστές.

Και, φυσικά, υπάρχει ο ψευδοαριστερός στρατοπεδισμός —οι αυτοαποκαλούμενοι «αντιιμπεριαλιστές»— που ξεπλένει τη δικτατορία της Ισλαμικής Δημοκρατίας προβάλλοντας πάνω στο πρόσωπό της μια αντιιμπεριαλιστική μάσκα. Αμφισβητούν τη νομιμότητα των σημερινών διαδηλώσεων επαναλαμβάνοντας την κουρασμένη κατηγορία ότι «μια εξέγερση υπό αυτές τις συνθήκες δεν είναι τίποτε άλλο παρά παιχνίδι στο γήπεδο του ιμπεριαλισμού», επειδή μπορούν να διαβάσουν το Ιράν μόνο μέσα από το πρίσμα των γεωπολιτικών ανταγωνισμών —σαν κάθε εξέγερση να είναι απλώς ένα συγκαλυμμένο σχέδιο των ΗΠΑ και του Ισραήλ. Με αυτόν τον τρόπο, αρνούνται την πολιτική υποκειμενικότητα του λαού του Ιράν και παρέχουν στην Ισλαμική Δημοκρατία λογοθετική και πολιτική ασυλία, την ώρα που σφαγιάζει και καταστέλλει τον ίδιο της τον πληθυσμό.

«Οργισμένοι με τον ιμπεριαλισμό» αλλά «φοβισμένοι απέναντι στην επανάσταση» —για να θυμηθούμε την εμβληματική διατύπωση του Αμίρ Παρβίζ Πουγιάν— η στάση τους αποτελεί μια μορφή συντηρητικής αντι-αντίδρασης. Μας λένε μάλιστα ότι δεν πρέπει να γράφουμε για τις πρόσφατες διαδηλώσεις, τις δολοφονίες και την καταστολή στο Ιράν σε καμία άλλη γλώσσα πέρα από τα περσικά στους διεθνείς χώρους, ώστε να μη δώσουμε στους ιμπεριαλιστές κάποιο «πρόσχημα» —λες και, πέρα από τα περσικά, δεν υπάρχουν άνθρωποι στην περιοχή ή στον κόσμο ικανοί για κοινές μοίρες, κοινές εμπειρίες, σύνδεση και αλληλεγγύη στον αγώνα. Για τους στρατοπεδιστές, δεν υπάρχει κανένα υποκείμενο πέρα από τις δυτικές κυβερνήσεις και καμία κοινωνική πραγματικότητα πέρα από τη γεωπολιτική.

Σε αντιπαράθεση με αυτούς τους εχθρούς, επιμένουμε στη δικαιότητα αυτών των διαδηλώσεων —στη διασταύρωση των καταπιέσεων και στο κοινό πεπρωμένο των αγώνων. Το αντιδραστικό μοναρχικό ρεύμα επεκτείνεται στο εσωτερικό της ιρανικής ακροδεξιάς αντιπολίτευσης, και η ιμπεριαλιστική απειλή απέναντι στους ανθρώπους στο Ιράν —συμπεριλαμβανομένου του κινδύνου ξένης επέμβασης— είναι πραγματική. Αλλά εξίσου πραγματική είναι και η οργή του λαού, σφυρηλατημένη μέσα από τέσσερις δεκαετίες σκληρής καταστολής, εκμετάλλευσης και της κρατικής «εσωτερικής αποικιοκρατίας» που στοχοποιεί τις μη περσικές κοινότητες.

Δεν έχουμε άλλη επιλογή από το να αντιμετωπίσουμε αυτές τις αντιφάσεις όπως ακριβώς είναι. Αυτό που βλέπουμε σήμερα είναι μια εξεγερσιακή δύναμη που αναδύεται από τα βάθη της κοινωνικής κόλασης του Ιράν: άνθρωποι που ρισκάρουν τη ζωή τους για να επιβιώσουν, ερχόμενοι σε άμεση σύγκρουση με τη μηχανή της καταστολής.

Δεν έχουμε κανένα δικαίωμα να χρησιμοποιούμε το πρόσχημα μιας εξωτερικής απειλής για να αρνηθούμε τη βία που ασκείται πάνω σε εκατομμύρια ανθρώπους στο Ιράν — ούτε για να αρνηθούμε το δικαίωμα να εξεγερθούν ενάντια σε αυτήν.

Εκείνοι που κατεβαίνουν στους δρόμους έχουν κουραστεί από αφηρημένες, απλουστευτικές και πατερναλιστικές αναλύσεις. Αγωνίζονται μέσα από αντιφάσεις: ζουν υπό καθεστώς κυρώσεων, ενώ ταυτόχρονα βιώνουν τη λεηλασία από μια εγχώρια ολιγαρχία. Φοβούνται τον πόλεμο και φοβούνται την εσωτερική δικτατορία. Ομως δεν παραλύουν από τον φόβο. Επιμένουν να είναι ενεργά υποκείμενα της ίδιας τους της μοίρας —και ο ορίζοντάς τους, τουλάχιστον από τον Δεκέμβριο του 2017, δεν είναι πλέον η μεταρρύθμιση, αλλά η πτώση της Ισλαμικής Δημοκρατίας.

III. Η Εξάπλωση της Εξέγερσης

Οι διαδηλώσεις πυροδοτήθηκαν από την ελεύθερη πτώση του ριάλ —αρχικά από τους καταστηματάρχες της πρωτεύουσας, ιδιαίτερα στις αγορές κινητών τηλεφώνων και υπολογιστών— αλλά γρήγορα εξελίχθηκαν σε μια ευρεία, ετερόκλητη εξέγερση που παρέσυρε μισθωτούς εργαζόμενους, πλανόδιους πωλητές, αχθοφόρους και εργαζόμενους στις υπηρεσίες σε ολόκληρη την εμπορική οικονομία της Τεχεράνης. Στη συνέχεια, η εξέγερση μεταφέρθηκε γρήγορα από τους δρόμους της Τεχεράνης στα πανεπιστήμια και σε άλλες πόλεις, ιδίως μικρότερες, οι οποίες έχουν πλέον καταστεί το επίκεντρο αυτού του κύματος διαμαρτυρίας.

Από την πρώτη στιγμή, τα συνθήματα στόχευαν την Ισλαμική Δημοκρατία στο σύνολό της. Σήμερα, η εξέγερση προχωράει πάνω απ’ όλα από τους φτωχούς και τους αποστερημένους: τη νεολαία, τις άνεργες, τους πλεονάζοντες πληθυσμούς, τις επισφαλείς εργαζόμενες και τους φοιτητές.

Ορισμένοι απέρριψαν τις διαδηλώσεις επειδή ξεκίνησαν από το Μπαζάρ (την εμπορική οικονομία της Τεχεράνης), το οποίο συχνά θεωρείται σύμμαχος του καθεστώτος και σύμβολο του εμπορικού καπιταλισμού. Τις χαρακτήρισαν «μικροαστικές» ή «συνδεδεμένες με το καθεστώς». Αυτό το αντανακλαστικό θυμίζει τις πρώιμες αντιδράσεις στο κίνημα των Κίτρινων Γιλέκων στη Γαλλία το 2018: επειδή η εξέγερση αναδύθηκε έξω από την «παραδοσιακή» εργατική τάξη και τα αναγνωρισμένα δίκτυα της Αριστεράς, και επειδή έφερε αντιφατικά συνθήματα, πολλοί έσπευσαν να τη θεωρήσουν καταδικασμένη σε μια αντιδραστική έκβαση.

Όμως, το πού ξεκινά μια εξέγερση δεν καθορίζει το πού θα καταλήξει. Το σημείο εκκίνησής της δεν προδιαγράφει την τροχιά της. Οι σημερινές διαδηλώσεις στο Ιράν θα μπορούσαν να είχαν αναζωπυρωθεί από οποιονδήποτε σπινθήρα, όχι μόνο από το Μπαζάρ. Και εδώ, ό,τι ξεκίνησε στο Μπαζάρ εξαπλώθηκε γρήγορα στις γειτονιές των φτωχών των πόλεων σε ολόκληρη τη χώρα.

IV. Η Γεωγραφία της Εξέγερσης

Αν η καρδιά του «Γυναίκα, Ζωή, Ελευθερία» το 2022 χτυπούσε στις περιθωριοποιημένες περιοχές —το Κουρδιστάν και το Μπαλουχιστάν— σήμερα μικρότερες πόλεις στη δυτική και νοτιοδυτική χώρα έχουν καταστεί κεντρικοί κόμβοι της αναταραχής: η Χαμεντάν, το Λορεστάν, το Κογκιλούγιε και η Μπογιέρ-Αχμάντ, η Κερμανσάχ και το Ιλάμ. Οι μειονότητες Λορ, Μπαχτιάρι και Λακ σε αυτές τις περιοχές συνθλίβονται διπλά κάτω από τις επικαλυπτόμενες κρίσεις της Ισλαμικής Δημοκρατίας: την πίεση των κυρώσεων και τη σκιά του πολέμου, την εθνοτική καταπίεση και εκμετάλλευση, καθώς και την οικολογική καταστροφή που απειλεί τις ζωές τους —ιδίως σε ολόκληρη την οροσειρά του Ζάγκρος. Πρόκειται για την ίδια περιοχή όπου ο Mojahid Korkor (Λορ διαδηλωτής κατά την εξέγερση της Τζίνα Μάχσα Αμινί) εκτελέστηκε από την Ισλαμική Δημοκρατία μία ημέρα πριν από την ισραηλινή επίθεση, και όπου ο Kian Pirfalak, ένα παιδί εννέα ετών, σκοτώθηκε από πραγματικά πυρά των δυνάμεων ασφαλείας κατά την εξέγερση του 2022.

Ωστόσο, σε αντίθεση με την εξέγερση της Τζίνα —η οποία από την αρχή αναπτύχθηκε συνειδητά κατά μήκος έμφυλων/σεξουαλικών και εθνοτικών διαχωριστικών γραμμών— στις πρόσφατες διαδηλώσεις ο ταξικός ανταγωνισμός έχει εκφραστεί πιο άμεσα και ρητά, και μέχρι στιγμής η εξάπλωσή τους ακολουθεί μια λογική περισσότερο βασισμένη στις μάζες.

Μεταξύ 28 Δεκεμβρίου και 4 Ιανουαρίου 2025, τουλάχιστον 17 άνθρωποι σκοτώθηκαν από τις κατασταλτικές δυνάμεις της Ισλαμικής Δημοκρατίας με τη χρήση πραγματικών πυρών και καραμπινών με σκάγια —οι περισσότεροι εξ αυτών Λορ (με την ευρεία έννοια, ιδίως στο Λορεστάν και στο Τσαχαρμαχάλ και Μπαχτιαρί) και Κούρδοι (ιδίως στο Ιλάμ και την Κερμανσάχ). Εκατοντάδες έχουν συλληφθεί (τουλάχιστον 580 άτομα, συμπεριλαμβανομένων τουλάχιστον 70 ανηλίκων) και δεκάδες έχουν τραυματιστεί. Καθώς οι διαδηλώσεις προχωρούν, η αστυνομική βία κλιμακώνεται: την έβδομη ημέρα στο Ιλάμ, οι δυνάμεις ασφαλείας εισέβαλαν στο Νοσοκομείο Ιμάμ-Χομεϊνί για να συλλάβουν τους τραυματίες˙ στο Μπιρτζάντ, επιτέθηκαν σε γυναικεία φοιτητική εστία. Ο αριθμός των νεκρών συνεχίζει να αυξάνεται όσο η εξέγερση βαθαίνει και τα πραγματικά μεγέθη είναι αναμφίβολα υψηλότερα από όσα ανακοινώνονται επισήμως.

Η κατανομή αυτής της βίας είναι, φυσικά, άνιση: η καταστολή είναι σκληρότερη στις μικρότερες πόλεις —ιδίως στις περιθωριοποιημένες κοινότητες μειονοτήτων που έχουν ωθηθεί στην περιφέρεια. Οι αιματηρές δολοφονίες στο Μαλεκσαχί του Ιλάμ και στο Τζαφαραμπάντ στην Κερμανσάχ μαρτυρούν αυτή τη δομική ανισότητα στην καταπίεση και την καταστολή.

Την τέταρτη ημέρα των διαδηλώσεων, η κυβέρνηση —με συντονισμό μεταξύ των θεσμών— ανακοίνωσε εκτεταμένα κλεισίματα σε 23 επαρχίες με το πρόσχημα του «ψυχρού καιρού» ή των «ελλείψεων ενέργειας». Στην πραγματικότητα, επρόκειτο για μια προσπάθεια να σπάσουν τα κυκλώματα μέσω των οποίων εξαπλώνεται η εξέγερση —το Μπαζάρ, το πανεπιστήμιο, ο δρόμος. Παράλληλα, τα πανεπιστήμια μετέφεραν ολοένα και περισσότερα μαθήματα διαδικτυακά, προκειμένου να διακόψουν τους οριζόντιους δεσμούς μεταξύ των χώρων αντίστασης.

V. Ο Αντίκτυπος του Πολέμου των 12 Ημερών

Μετά τον Πόλεμο των Δώδεκα Ημερών, η κυρίαρχη εξουσία στο Ιράν —επιδιώκοντας να αντισταθμίσει την κατάρρευση της νομιμοποίησής της— στράφηκε ακόμη πιο ανοιχτά στη βία. Οι ισραηλινές επιθέσεις σε στρατιωτικούς στόχους και αμάχους στο Ιράν συνέβαλαν περαιτέρω στη στρατιωτικοποίηση και την υπεραστυνόμευση του πολιτικού και κοινωνικού χώρου, ιδίως μέσω της ρατσιστικής εκστρατείας μαζικών απελάσεων Αφγανών μεταναστών. Και ενώ το κράτος μιλά αδιάκοπα στο όνομα της «εθνικής ασφάλειας», έχει το ίδιο μετατραπεί σε κεντρικό παραγωγό ανασφάλειας: εντείνει την ανασφάλεια της ζωής μέσω μιας άνευ προηγουμένου αύξησης των εκτελέσεων, της συστηματικής κακομεταχείρισης των κρατουμένων και της όξυνσης της οικονομικής ανασφάλειας διαμέσου της βίαιης αποδόμησης των μέσων βιοπορισμού του πληθυσμού.

Ο Πόλεμος των Δώδεκα Ημερών —ακολουθούμενος από την εντατικοποίηση των κυρώσεων των ΗΠΑ και της ΕΕ και την ενεργοποίηση του μηχανισμού επαναφοράς (snapback) κυρώσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ— ενέτεινε την πίεση στα έσοδα από το πετρέλαιο, στο τραπεζικό σύστημα και στον χρηματοπιστωτικό τομέα, στραγγαλίζοντας τις εισροές ξένου συναλλάγματος και βαθαίνοντας τη δημοσιονομική κρίση.

Από τις 24 Ιουνίου 2025, όταν έληξε ο πόλεμος, έως τη νύχτα που ξέσπασαν οι πρώτες διαδηλώσεις στο Μπαζάρ της Τεχεράνης, στις 18 Δεκεμβρίου, το ριάλ έχασε περίπου το 40% της αξίας του. Δεν επρόκειτο για μια «φυσική» διακύμανση της αγοράς. Ηταν το συνδυαστικό αποτέλεσμα της κλιμάκωσης των κυρώσεων και της συνειδητής προσπάθειας της Ισλαμικής Δημοκρατίας να μετακυλήσει τις επιπτώσεις της κρίσης από τα πάνω προς τα κάτω, μέσω της ελεγχόμενης υποτίμησης του εθνικού νομίσματος.

Οι κυρώσεις πρέπει να καταδικαστούν άνευ όρων. Στο σημερινό Ιράν, ωστόσο, λειτουργούν επίσης ως εργαλείο εσωτερικής ταξικής εξουσίας. Το ξένο συνάλλαγμα συγκεντρώνεται ολοένα και περισσότερο στα χέρια μιας στρατιωτικό-αστυνομικής ολιγαρχίας, η οποία βγάζει κέρδος από την αποφυγή των κυρώσεων και την αδιαφανή προμήθεια από το πετρέλαιο. Τα έσοδα από τις εξαγωγές κρατούνται ουσιαστικά όμηροι και απελευθερώνονται στην επίσημη οικονομία μόνο σε επιλεγμένες στιγμές και με χειραγωγημένες ισοτιμίες. Ακόμη και όταν οι πωλήσεις πετρελαίου αυξάνονται, τα έσοδα κυκλοφορούν εντός παρακρατικών θεσμών και ενός «παράλληλου κράτους» (κυρίως των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης), αντί να εισέρχονται στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων.

Για να καλύψει το έλλειμμα που προκύπτει από τη μείωση των εσόδων και τον αποκλεισμό των αποδόσεων, το κράτος καταφεύγει στην άρση των επιδοτήσεων και στη λιτότητα. Σε αυτό το πλαίσιο, η αιφνίδια πτώση του ριάλ μετατρέπεται σε δημοσιονομικό εργαλείο: εξαναγκάζει το «όμηρο» συνάλλαγμα να επιστρέψει σε κυκλοφορία με όρους του κράτους και διευρύνει ταχύτατα τους κρατικούς πόρους σε ριάλ —δεδομένου ότι το ίδιο το κράτος συγκαταλέγεται στους μεγαλύτερους κατόχους δολαρίων. Το αποτέλεσμα είναι άμεση αφαίμαξη από τα εισοδήματα των κατώτερων και μεσαίων τάξεων και μεταφορά των κερδών από την παράκαμψη των κυρώσεων και τη νομισματική πρόσοδο σε μια μικρή μειοψηφία —βαθαίνοντας τον ταξικό διαχωρισμό, τη βιοποριστική αβεβαιότητα και την κοινωνική οργή. Με άλλα λόγια, το κόστος των κυρώσεων το πληρώνουν άμεσα οι κατώτερες τάξεις και τα συρρικνωμένα μεσαία στρώματα.

Η κατάρρευση του εθνικού νομίσματος πρέπει, επομένως, να γίνει κατανοητή ως οργανωμένη κρατική λεηλασία μέσα σε μια οικονομία σημαδεμένη από τον πόλεμο και στραγγαλισμένη από τις κυρώσεις: ως σκόπιμη χειραγώγηση της συναλλαγματικής ισοτιμίας προς όφελος των δικτύων των χρηματομεσιτών που συνδέονται με την κυβερνώσα ολιγαρχία, στην υπηρεσία ενός κράτους που έχει μετατρέψει τη νεοφιλελεύθερη απελευθέρωση των τιμών σε ιερό δόγμα.

Οι ψευδοαριστεροί στρατοπεδιστές ανάγουν την κρίση αποκλειστικά στις αμερικανικές κυρώσεις και την ηγεμονία του δολαρίου, διαγράφοντας τον ρόλο της άρχουσας τάξης της Ισλαμικής Δημοκρατίας ως ενεργού φορέα απαλλοτρίωσης και χρηματοπιστωτικής συσσώρευσης. Οι δεξιοί στρατοπεδιστές, γενικά ευθυγραμμισμένοι με τον Δυτικό ιμπεριαλισμό, επιρρίπτουν την ευθύνη μόνο στην Ισλαμική Δημοκρατία και αντιμετωπίζουν τις κυρώσεις ως κάτι αμελητέο. Αυτές οι θέσεις κατοπτρίζουν η μία την άλλη —και κάθε πλευρά έχει σαφή συμφέροντα να τις υιοθετεί. Ενάντια και στις δύο, επιμένουμε στην αναγνώριση της διεμπλοκής της παγκόσμιας και της τοπικής λεηλασίας και εκμετάλλευσης. Ναι, οι κυρώσεις καταστρέφουν τις ζωές των ανθρώπων —μέσω των ελλείψεων στα φάρμακα, της απουσίας βιομηχανικών ανταλλακτικών, της ανεργίας και της ψυχολογικής αποσάθρωσης— όμως το βάρος τους κοινωνικοποιείται και μετακυλίεται στον λαό, όχι στη στρατιωτικό-αστυνομική ολιγαρχία που συσσωρεύει τεράστιο πλούτο ελέγχοντας τα άτυπα κυκλώματα συναλλάγματος και πετρελαίου.

VI. Οι Αντιφάσεις

Στον δρόμο ακούγονται αντιφατικά συνθήματα, από καλέσματα για την ανατροπή της Ισλαμικής Δημοκρατίας έως νοσταλγικές εκκλήσεις υπέρ της μοναρχίας. Ταυτόχρονα, οι φοιτητές φωνάζουν συνθήματα που στοχεύουν τόσο τον δεσποτισμό της Ισλαμικής Δημοκρατίας όσο και τη μοναρχική απολυταρχία. Τα συνθήματα υπέρ του Σάχη και υπέρ του Παχλαβί αντανακλούν πραγματικές αντιφάσεις στο έδαφος —όμως ταυτόχρονα ενισχύονται και κατασκευάζονται μέσω δεξιών μιντιακών παραμορφώσεων, συμπεριλαμβανομένης της ντροπιαστικής αντικατάστασης της φωνής των διαδηλωτών με μοναρχικά συνθήματα. Ο κύριος φορέας αυτής της μιντιακής χειραγώγησης είναι το Iran International, το οποίο έχει μετατραπεί σε ντουντούκα σιωνιστικής και μοναρχικής προπαγάνδας. Ο ετήσιος προϋπολογισμός του φέρεται να ανέρχεται περίπου στα 250 εκατομμύρια δολάρια, χρηματοδοτούμενος από πρόσωπα και θεσμούς που συνδέονται με τις κυβερνήσεις της Σαουδικής Αραβίας και του Ισραήλ.

Την τελευταία δεκαετία, η γεωγραφία του Ιράν έχει μετατραπεί σε πεδίο έντασης ανάμεσα σε δύο κοινωνικοπολιτικούς ορίζοντες, που διαμεσολαβούνται από δύο διαφορετικά μοντέλα οργάνωσης ενάντια στην Ισλαμική Δημοκρατία. Από τη μία πλευρά βρίσκεται η απτή, ένθετη κοινωνική οργάνωση κατά μήκος των διαχωριστικών γραμμών της τάξης, του φύλου/της σεξουαλικότητας και της εθνοτικής ταυτότητας —πιο ξεκάθαρα, στα διασταυρούμενα δίκτυα που σφυρηλατήθηκαν κατά την εξέγερση της Τζίνα το 2022, εκτεινόμενα από τη φυλακή Εβίν έως τη διασπορά, και που παρήγαγαν μια άνευ προηγουμένου ενότητα ανάμεσα σε ετερόκλητες δυνάμεις, από τις γυναίκες έως τις κουρδικές και μπαλουχικές εθνοτικές μειονότητες, οι οποίες αντιτάχθηκαν στη δικτατορία προβάλλοντας ταυτόχρονα φεμινιστικούς και αντιαποικιακούς ορίζοντες. Από την άλλη πλευρά βρίσκεται μια λαϊκιστική κινητοποίηση, σκηνοθετημένη ως «εθνική επανάσταση», που αποσκοπεί στην παραγωγή μιας ομογενοποιημένης μάζας εξατομικευμένων ατόμων μέσω δορυφορικών τηλεοπτικών δικτύων. Με τη στήριξη του Ισραήλ και της Σαουδικής Αραβίας, αυτό το σχέδιο επιδιώκει να συναρμολογήσει ένα σώμα του οποίου η «κεφαλή» —ο γιος του έκπτωτου Σάχη— θα μπορεί αργότερα να εισαχθεί απ’ έξω, μέσω ξένης υποστηριζόμενης παρέμβασης, και να προσαρτηθεί πάνω του. Κατά την τελευταία δεκαετία, οι μοναρχικοί, οπλισμένοι με τεράστια μιντιακή ισχύ, έχουν ωθήσει τη δημόσια σφαίρα προς έναν ακραίο, ρατσιστικό εθνικισμό —βαθαίνοντας τα εθνοτικά ρήγματα και κατακερματίζοντας τη συλλογική πολιτική φαντασία των λαών του Ιράν.

Η μεγέθυνση αυτού του ρεύματος τα τελευταία χρόνια δεν αποτελεί σημάδι πολιτικής «καθυστέρησης» του λαού, αλλά αποτέλεσμα της απουσίας μαζικής αριστερής οργάνωσης και μιντιακής ισχύος ικανής να παράγει έναν εναλλακτικό, αντι-ηγεμονικό λόγο. Πρόκειται για μια απουσία και αδυναμία που προκλήθηκαν εν μέρει από την καταστολή και την ασφυξία, ανοίγοντας χώρο σε αυτόν τον αντιδραστικό λαϊκισμό. Ελλείψει ενός ισχυρού αφηγήματος από αριστερές, δημοκρατικές και μη εθνικιστικές δυνάμεις, ακόμη και οικουμενικά συνθήματα και ιδανικά όπως η ελευθερία, η δικαιοσύνη και τα δικαιώματα των γυναικών μπορούν εύκολα να ιδιοποιηθούν από τους μοναρχικούς και να επιστραφούν στον λαό μέσα σε ένα φαινομενικά προοδευτικό περίβλημα που κρύβει έναν αυταρχικό πυρήνα. Σε ορισμένες περιπτώσεις, αυτό μάλιστα συσκευάζεται σε σοσιαλιστικό λεξιλόγιο —ακριβώς εκεί όπου η ακροδεξιά επίσης, καταβροχθίζει το πεδίο της πολιτικής οικονομίας.

Ταυτόχρονα, καθώς η αντιπαράθεση με την Ισλαμική Δημοκρατία οξύνεται, οξύνονται και οι εντάσεις ανάμεσα σε αυτούς τους δύο ορίζοντες και τα δύο μοντέλα˙ σήμερα, το ρήγμα μεταξύ τους μπορεί να διακριθεί στη γεωγραφική κατανομή των συνθημάτων των διαδηλώσεων. Εφόσον το σχέδιο της «επιστροφής των Παχλαβί» αντιπροσωπεύει έναν πατριαρχικό ορίζοντα, βασισμένο στον περσικό εθνοτικό-εθνικισμό και σε έναν βαθιά δεξιό προσανατολισμό, σε περιοχές όπου έχει αναπτυχθεί οργανωμένη εργατική και φεμινιστική δράση από τα κάτω —όπως στα πανεπιστήμια και στις κουρδικές, αραβικές, μπαλουχικές, τουρκμενικές και τουρκικές περιοχές— τα φιλομοναρχικά συνθήματα απουσιάζουν σε μεγάλο βαθμό και συχνά προκαλούν αρνητικές αντιδράσεις. Αυτή η αντιφατική κατάσταση έχει οδηγήσει σε ποικίλους τρόπους παρερμηνείας της πρόσφατης εξέγερσης.

VII. Ο Ορίζοντας

Το Ιράν βρίσκεται σε μια καθοριστική ιστορική στιγμή. Η Ισλαμική Δημοκρατία βρίσκεται σε μία από τις πιο αδύναμες θέσεις της στην ιστορία της —διεθνώς, μετά τις 7 Οκτωβρίου 2023 και την αποδυνάμωση του λεγόμενου «Άξονα της Αντίστασης», και εσωτερικά, έπειτα από χρόνια επαναλαμβανόμενων εξεγέρσεων και ξεσηκωμών. Το μέλλον αυτού του νέου κύματος παραμένει αβέβαιο, όμως η κλίμακα της κρίσης και το βάθος της λαϊκής δυσαρέσκειας διασφαλίζουν ότι ένας νέος γύρος διαδηλώσεων μπορεί να ξεσπάσει ανά πάσα στιγμή. Ακόμη κι αν η σημερινή εξέγερση κατασταλεί, θα επιστρέψει. Σε αυτή τη συγκυρία, κάθε στρατιωτική ή ιμπεριαλιστική επέμβαση δεν μπορεί παρά να αποδυναμώσει τον αγώνα από τα κάτω και να ενισχύσει τη δυνατότητα της Ισλαμικής Δημοκρατίας να συνεχίσει την καταστολή.

Την τελευταία δεκαετία, η ιρανική κοινωνία επανεφευρίσκει τη συλλογική πολιτική δράση από τα κάτω. Από το Μπαλουχιστάν και το Κουρδιστάν κατά την εξέγερση της Τζίνα έως τις μικρότερες πόλεις του Λορεστάν και του Ισφαχάν στο τρέχον κύμα διαδηλώσεων, η πολιτική δράση —χωρίς καμία επίσημη εκπροσώπηση από τα πάνω— έχει μετατοπιστεί στον δρόμο, στις απεργιακές επιτροπές και στα τοπικά, άτυπα δίκτυα. Παρά τη βίαιη καταστολή, αυτές οι ικανότητες και οι συνδέσεις παραμένουν ζωντανές μέσα στην κοινωνία˙ η δυνατότητά τους να επιστρέφουν και να κρυσταλλώνονται σε πολιτική δύναμη εξακολουθεί να υπάρχει. Αλλά, η συσσώρευση της οργής δεν είναι το μόνο στοιχείο που θα καθορίσει τη συνέχειά τους και την κατεύθυνσή τους. Η δυνατότητα οικοδόμησης ενός ανεξάρτητου πολιτικού ορίζοντα και μιας πραγματικής εναλλακτικής θα αποδειχθεί επίσης καθοριστική.

Αυτός ο ορίζοντας αντιμετωπίζει δύο παράλληλες απειλές. Από τη μία πλευρά, μπορεί να ιδιοποιηθεί ή να περιθωριοποιηθεί από δεξιές δυνάμεις με έδρα εκτός της χώρας — δυνάμεις που εργαλειοποιούν τα δεινά του λαού για να δικαιολογήσουν κυρώσεις, πόλεμο ή στρατιωτική επέμβαση. Από την άλλη πλευρά, τμήματα της άρχουσας τάξης —είτε από στρατιωτικο-αστυνομικές φράξεις είτε από ρεφορμιστικά ρεύματα— εργάζονται παρασκηνιακά για να προωθήσουν τον εαυτό τους προς τη Δύση ως μια «πιο λογική», «χαμηλότερου κόστους», «πιο αξιόπιστη» επιλογή: μια εναλλακτική εκ των έσω της Ισλαμικής Δημοκρατίας, όχι για να σπάσει την υπάρχουσα τάξη κυριαρχίας, αλλά για να την αναδιαμορφώσει υπό διαφορετικό προσωπείο. (Ο Ντόναλντ Τραμπ επιχειρεί κάτι αντίστοιχο στη Βενεζουέλα, κάμπτοντας στοιχεία της κυβερνώσας εξουσίας προς τη θέλησή του αντί να επιδιώξει μια αλλαγή καθεστώτος.) Πρόκειται για έναν ψυχρό υπολογισμό διαχείρισης της κρίσης: τον περιορισμό της κοινωνικής οργής, την αναπροσαρμογή των εντάσεων με τις παγκόσμιες δυνάμεις και την αναπαραγωγή μιας τάξης πραγμάτων στην οποία οι λαοί στερούνται το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης.

Ενάντια σε αυτά τα δύο ρεύματα, η αναβίωση μιας διεθνιστικής πολιτικής απελευθέρωσης είναι πιο αναγκαία από ποτέ. Δεν πρόκειται για έναν αφηρημένο «τρίτο δρόμο», αλλά για μια δέσμευση να τεθούν οι αγώνες των ανθρώπων στο κέντρο της ανάλυσης και της δράσης: οργάνωση από τα κάτω, αντί για σενάρια γραμμένα από τα πάνω από αυτοανακηρυγμένους ηγέτες˙ αντί για ψευδείς αντιθέσεις που κατασκευάζονται απ’ έξω. Σήμερα, διεθνισμός σημαίνει να κρατάμε ενωμένα το δικαίωμα των λαών στην αυτοδιάθεση και την υποχρέωση να αγωνιζόμαστε ενάντια σε κάθε μορφή κυριαρχίας —τόσο εσωτερικής όσο και εξωτερικής. Ένα πραγματικά διεθνιστικό μπλοκ πρέπει να οικοδομηθεί μέσα από τη βιωμένη εμπειρία, τις απτές πράξεις αλληλεγγύης και την οικοδόμηση ανεξάρτητων δυνατοτήτων.

Αυτό απαιτεί την ενεργή συμμετοχή αριστερών, φεμινιστικών, αντιαποικιακών, οικολογικών και δημοκρατικών δυνάμεων στην οικοδόμηση μιας πλατιάς, ταξικά θεμελιωμένης οργάνωσης μέσα στο κύμα των διαδηλώσεων —τόσο για την επαναδιεκδίκηση της ζωής όσο και για το άνοιγμα εναλλακτικών οριζόντων κοινωνικής αναπαραγωγής. Ταυτόχρονα, αυτή η οργάνωση οφείλει να τοποθετείται σε συνέχεια του χειραφετητικού ορίζοντα προηγούμενων αγώνων, και ειδικότερα του κινήματος «Γυναίκα, Ζωή, Ελευθερία», η ενέργεια του οποίου εξακολουθεί να φέρει τη δυνατότητα διάρρηξης ταυτόχρονα των λόγων της Ισλαμικής Δημοκρατίας, των μοναρχικών, των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης και εκείνων των πρώην μεταρρυθμιστών που σήμερα ονειρεύονται μια ελεγχόμενη μετάβαση και επανένταξη στους αμερικανοϊσραηλινούς κύκλους συσσώρευσης στην περιοχή.

Πρόκειται επίσης για μια καθοριστική στιγμή για την ιρανική διασπορά: μπορεί να συμβάλει στον επαναπροσδιορισμό μιας πολιτικής απελευθέρωσης ή μπορεί να αναπαράγει το εξαντλημένο δίπολο «εσωτερικός δεσποτισμός» έναντι «ξένης επέμβασης» και, έτσι, να παρατείνει το πολιτικό αδιέξοδο. Σε αυτό το πλαίσιο, είναι αναγκαίο οι δυνάμεις της διασποράς να προχωρήσουν σε βήματα προς τη συγκρότηση ενός πραγματικού διεθνιστικού πολιτικού μπλοκ —ενός μπλοκ που χαράσσει σαφείς γραμμές τόσο απέναντι στον εσωτερικό δεσποτισμό όσο και απέναντι στην ιμπεριαλιστική κυριαρχία. Αυτή η στάση συνδέει την αντίθεση στην ιμπεριαλιστική επέμβαση με μια ρητή ρήξη με την Ισλαμική Δημοκρατία, απορρίπτοντας κάθε δικαιολόγηση της καταστολής στο όνομα της αντιμετώπισης ενός εξωτερικού εχθρού.